τουρκόφιλος

τουρκόφιλος
η , ο [ος , ον ] туркофил

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "τουρκόφιλος" в других словарях:

  • τουρκόφιλος — η, ο, Ν 1. αυτός που πρόσκειται στους Τούρκους και τούς υποστηρίζει 2. αυτός που ευνοεί με την πολιτική του την Τουρκία. [ΕΤΥΜΟΛ. < Τούρκος + φιλος (< φίλος), πρβλ. Γερμανό φιλος. Η λ. μαρτυρείται από το 1829 στον Αδ. Κοραή] …   Dictionary of Greek

  • τουρκόφιλος — η, ο αυτός που αγαπά τους Τούρκους, φιλότουρκος: Τουρκόφιλη πολιτική …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αναγνωστόπουλος — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Αγγελάκης. Καταγόταν από το Αίγιο. Πήρε μέρος στον Αγώνα ως οπλαρχηγός. 2. Αδάμ. Γεννήθηκε στη Σπάρτη το 1781. Πολέμησε με δικό του στρατιωτικόσώμα και υπό τις διαταγές του Παν. Γιατράκουστο Βαλτέτσι, στην Τρίπολη,… …   Dictionary of Greek

  • φιλότουρκος — η, ο τουρκόφιλος (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»